Η 90ή ΔΕΘ έβγαλε δύο καθαρά αντίθετες γραμμές για το κεφάλαιο και την επιχειρηματικότητα. Δεν πρόκειται για διαφορά έντασης, αλλά για διαφορετική θεωρία του ποιος πρέπει να κατέχει τα μέσα παραγωγής και με ποιο κριτήριο «τρέχει» η οικονομία.
Ανδρουλάκης / ΠΑΣΟΚ: παραγωγικό κεφάλαιο ναι, ολιγοπώλια όχι
Στην ομιλία της 12ης Σεπτεμβρίου και στη συνέντευξη Τύπου της 13ης, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν αμφισβήτησε την ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Τη χώρισε σε δύο κατηγορίες: την παραγωγική, που θέλει να ενισχύσει, και την ολιγοπωλιακή ή κερδοσκοπική, που θέλει να περιορίσει.
Στο σκέλος των κινήτρων για ΜμΕ και βιομηχανία προέβλεψε:
- επιταχυνόμενες αποσβέσεις για εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες και αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας·
- ειδικά φορολογικά κίνητρα για ΜμΕ που κάνουν νέες παραγωγικές επενδύσεις·
- κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος·
- σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50% μέσα σε τετραετία·
- κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης και επιστροφή στα πραγματικά εισοδήματα·
- αύξηση του ορίου απαλλαγής ΦΠΑ από 10.000 σε 20.000 ευρώ·
- ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό.
Παράλληλα πρότεινε Όμιλο Αναπτυξιακής Τράπεζας (αναβαθμισμένη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και Ταμείο Εθνικού Πλούτου στη θέση του Υπερταμείου) και σύγχρονες βιομηχανικές περιοχές με χαμηλότερο κόστος εγκατάστασης, ενεργειακές υποδομές και πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Το σύνθημα ήταν «θέλουμε ξανά ισχυρή την ελληνική βιομηχανία». Η Golden Visa θα έπαυε να είναι εργαλείο αγοράς ακινήτων και θα συνδεόταν μόνο με πραγματικές παραγωγικές επενδύσεις.
Στο άλλο σκέλος, προανήγγειλε μόνιμο μηχανισμό φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές (ενέργεια, τρόφιμα, διυλιστήρια), που θα ενεργοποιείται όταν ανεξάρτητες αρχές διαπιστώνουν αδικαιολόγητη διεύρυνση περιθωρίου κέρδους, μαζί με ισχυρότερη Επιτροπή Ανταγωνισμού και έλεγχο ενδοομιλικών τιμολογήσεων. Η λογική είναι σοσιαλδημοκρατική: το κεφάλαιο μένει ιδιωτικό, αλλά το κράτος το κατευθύνει προς παραγωγή και κόβει τα υπερκέρδη που θεωρεί αδικαιολόγητα. Όλο το πακέτο παρουσιάστηκε ως κοστολογημένο και εντός δημοσιονομικού πλαισίου, με παράλληλες αναδιανεμητικές δεσμεύσεις (σταδιακός 13ος μισθός, 13η σύνταξη, ΕΚΑΣ, τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας).
Κουτσούμπας / ΚΚΕ: μηδενικό άθροισμα
Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Δημήτρης Κουτσούμπας έθεσε το αντίθετο αξίωμα, με τη φράση που έγινε τίτλος: «για να κερδίσει ο λαός πρέπει να χάσει το κεφάλαιο». Απέρριψε ρητά το αφήγημα ότι η μεγέθυνση της «πίτας» των καπιταλιστικών κερδών θα φτάσει τελικά στους εργαζόμενους, και είπε ότι το ίδιο αφήγημα το έχουν πλέον υιοθετήσει χωρίς προσχήματα τόσο η ΝΔ όσο και «τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, όπως το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα».
Συγκεκριμένα έβαλε στο στόχαστρο:
- τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών, που κατά τον ίδιο συνεχίζεται με όλες τις κυβερνήσεις·
- τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φοροαπαλλαγή των εφοπλιστών·
- τη νέα συνταγματική φοροασυλία των «στρατηγικών επενδυτών».
Το «μέρισμα ανάπτυξης» των 2,2 δισ. το αντιπαρέβαλε με φορολογικά έσοδα που, όπως είπε, θα ξεπεράσουν φέτος τα 74 δισ., με το 95% να βγαίνει από τα λαϊκά στρώματα. Η εναλλακτική που κατέθεσε δεν είναι ρύθμιση της αγοράς αλλά αλλαγή ιδιοκτησίας: κοινωνικοποίηση ορυκτού πλούτου, υποδομών και μηχανημάτων της βιομηχανίας, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, εμπορίου, γης, καπιταλιστικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων και πλουτοπαραγωγικών πηγών, ώστε να γίνουν λαϊκή περιουσία. Δίπλα, παραγωγικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί και κεντρικός επιστημονικός σχεδιασμός με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες, όχι το κέρδος. Το πολιτικό πλαίσιο είναι αποδέσμευση από ΕΕ και ΝΑΤΟ και «εργατική–λαϊκή διακυβέρνηση και εξουσία». Τον Τσίπρα τον ειρωνεύτηκε για «πατριωτικές εισφορές» από παγκόσμιες βάσεις δεδομένων, λέγοντας ότι οι πραγματικά πλούσιοι έχουν τρόπους να κάνουν τον πλούτο τους απροσπέλαστο.
Τι προθέσεις σκιαγραφούνται
Το ΠΑΣΟΚ σκιαγραφεί κυβέρνηση που διαχειρίζεται το κεφάλαιο: το φορολογεί εκεί που το θεωρεί ολιγοπωλιακό, το επιδοτεί και το διευκολύνει εκεί που το θεωρεί παραγωγικό, και κρατά το ευρωπαϊκό και δημοσιονομικό πλαίσιο. Απευθύνεται σε ΜμΕ, αυτοαπασχολούμενους, βιομηχανία και σε ψηφοφόρους που θέλουν αναδιανομή χωρίς ρήξη με τις αγορές.
Το ΚΚΕ σκιαγραφεί αντικαπιταλιστική εξουσία: το μεγάλο κεφάλαιο δεν ρυθμίζεται, απαλλοτριώνεται στους στρατηγικούς τομείς. Δεν διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή της αγοράς ούτε κυβέρνηση συνεργασίας· διεκδικεί συσχετισμό δύναμης στο εργατικό κίνημα και κοινοβουλευτική ενίσχυση ως μοχλό πίεσης έξω από το σύστημα.
Δυναμική
Στις δημοσκοπήσεις τέλους Σεπτεμβρίου–αρχών Οκτωβρίου 2026 η ΝΔ μένει πρώτη γύρω στο 29–30%. Δεύτερη είναι η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα (περίπου 15–16%) και τρίτο το ΠΑΣΟΚ (περίπου 13–14%), με τη διαφορά να κλείνει ελαφρά σε κάποιες μετρήσεις (Interview: ΕΛ.Α.Σ. 15,4%, ΠΑΣΟΚ 14% στην εκτίμηση ψήφου). Το ΚΚΕ κινείται περίπου στο 6,6–8,7% ανάλογα με την εταιρεία (GPO προς το 8,7%, Interview στο 6,6%).
Η δυναμική του ΠΑΣΟΚ είναι ανταγωνιστική αλλά συμπιεσμένη: διεκδικεί τη δεύτερη θέση και τον ρόλο της εναλλακτικής διακυβέρνησης, ενώ αποκλείει συνεργασία με τη ΝΔ, την ώρα που ο Τσίπρας του έχει πάρει χώρο στο κέντρο-αριστερά. Η δυναμική του ΚΚΕ είναι σταθερή και αυτοαναφορική: δεν μεταφράζεται σε κυβερνητική προοπτική, γι’ αυτό και η γραμμή του μένει αμετακίνητη. Οι δύο ομιλίες στη ΔΕΘ αποτύπωσαν ακριβώς αυτή τη διαφορά ρόλων.

Το ΚΚΕ δεν το θέλει ως ιδιοκτήτη στους στρατηγικούς τομείς και το λέει χωρίς περιστροφές.
Μέσα από φιλελεύθερο φακό
Oι δύο ομιλίες στη ΔΕΘ δεν είναι δύο εκδοχές της ίδιας πολιτικής με διαφορετική ένταση. Είναι δύο τρόποι να αντιμετωπίζεται το κεφάλαιο ως κάτι που το κράτος είτε κατευθύνει είτε απαλλοτριώνει. Και οι δύο απορρίπτουν, στην πράξη, την ιδέα ότι η κατανομή κεφαλαίου γίνεται καλύτερα από ιδιώτες που ρισκάρουν δικά τους χρήματα.
ΠΑΣΟΚ: επιχειρηματικότητα υπό όρους
Η γραμμή Ανδρουλάκη ακούγεται φιλική προς την παραγωγή, αλλά το κριτήριο δεν είναι η απόδοση του κεφαλαίου. Είναι το αν η επένδυση χωράει σε έναν κατάλογο που ορίζει το κόμμα: εξοπλισμός, αυτοματοποίηση, εξαγωγές, βιομηχανικές περιοχές, «πραγματική» παραγωγή και όχι real estate. Αυτό είναι βιομηχανική πολιτική, όχι φιλελευθερισμός.
Τα μέτρα που όντως μειώνουν τριβή για τις μικρές επιχειρήσεις είναι συγκεκριμένα: κατάργηση τέλους επιτηδεύματος, μείωση της προκαταβολής φόρου προς το 50%, διπλασιασμός του ορίου απαλλαγής ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ, κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης. Αυτά διορθώνουν στρεβλώσεις που το ίδιο το κράτος έχει επιβάλει. Η τεκμαρτή φορολόγηση, ιδίως, τιμωρεί όποιον δηλώνει χαμηλό εισόδημα χωρίς να αποδεικνύει φοροδιαφυγή· η κατάργησή της είναι κίνηση προς φορολόγηση πραγματικού εισοδήματος. Μέχρι εκεί η σύμπτωση με μια φιλελεύθερη ατζέντα είναι πραγματική.
Από εκεί και πέρα η λογική αντιστρέφεται. Οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις και τα «ειδικά κίνητρα» για παραγωγικές επενδύσεις δεν είναι ουδέτερος φόρος. Είναι επιδότηση συγκεκριμένων χρήσεων κεφαλαίου εις βάρος άλλων. Ο Όμιλος Αναπτυξιακής Τράπεζας και το Ταμείο Εθνικού Πλούτου στη θέση του Υπερταμείου σημαίνουν ότι δημόσια περιουσία, ευρωπαϊκοί πόροι και μελλοντικά έσοδα από εξορύξεις διοχετεύονται με πολιτικό κριτήριο. Η ιστορική επίδοση τέτοιων ταμείων στην Ελλάδα δεν είναι επιχείρημα υπέρ τους: το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η έλλειψη δημόσιου επενδυτικού βραχίονα, ήταν η ποιότητα των projects και η αδυναμία εξόδου από αποτυχημένες τοποθετήσεις.
Ο μόνιμος μηχανισμός φορολόγησης «υπερκερδών» στα ολιγοπώλια είναι το πιο καθαρό αντιφιλελεύθερο σημείο. Το υπερκέρδος δεν είναι λογιστική κατηγορία. Είναι ό,τι μια αρχή κρίνει εκ των υστέρων ως αδικαιολόγητο περιθώριο. Σε ενέργεια, τρόφιμα και διυλιστήρια η συγκέντρωση συχνά οφείλεται σε κλίμακα, ρυθμιστικά εμπόδια εισόδου και στο ίδιο το κράτος (άδειες, δίκτυα, ειδικοί φόροι), όχι σε συνωμοσία. Ένας φόρος που ενεργοποιείται όταν το περιθώριο «φαίνεται μεγάλο» τιμωρεί ακριβώς την επένδυση που πέτυχε και αποθαρρύνει την επόμενη. Η φιλελεύθερη απάντηση στη συγκέντρωση είναι άνοιγμα της αγοράς και κατάργηση εμποδίων εισόδου, όχι δεύτερος φόρος πάνω στο κέρδος.
Το ίδιο ισχύει για τον ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό. Προστατεύει τη ρευστότητα της επιχείρησης απέναντι στο Δημόσιο και στους πιστωτές. Αυτό δεν είναι ουδέτερο μέτρο χωρίς κόστος: μεταφέρει τον κίνδυνο σε προμηθευτές, τράπεζες και στο ίδιο το φορολογικό σύστημα. Και ο περιορισμός της Golden Visa μόνο σε «παραγωγικές» επενδύσεις κόβει μια ροή ξένου κεφαλαίου επειδή δεν αρέσει η χρήση του. Αν το πρόβλημα είναι η στέγη, το εργαλείο είναι η προσφορά κατοικιών, όχι η διαλογή των ξένων επενδυτών κατά κλάδο.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι επίσης καθαρό. Το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί κυβερνησιμότητα μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, άρα δεν μπορεί να πάει ως την απαλλοτρίωση. Μπορεί όμως να φορτώσει την επιχειρηματικότητα με νέα στρώματα διάκρισης: καλό κεφάλαιο, κακό κεφάλαιο, αρχή που μετράει περιθώρια, ταμείο που διαλέγει κλάδους. Σε μια οικονομία με ήδη υψηλή φορολογική σφήνα στην εργασία και αργή απονομή δικαιοσύνης, αυτό δεν λύνει το πρόβλημα του παραγωγικού μοντέλου. Το μεταθέτει στο υπουργείο.
ΚΚΕ: το κεφάλαιο ως αντίπαλος, όχι ως συντελεστής
Η φράση του Κουτσούμπα, «για να κερδίσει ο λαός πρέπει να χάσει το κεφάλαιο», είναι μηδενικό άθροισμα χωρίς υπόλοιπο. Στη φιλελεύθερη θεωρία το κέρδος είναι το σήμα ότι ένας συνδυασμός κεφαλαίου και εργασίας παρήγαγε κάτι που οι καταναλωτές πλήρωσαν πάνω από το κόστος. Αν το κεφάλαιο πρέπει να χάσει για να κερδίσει ο λαός, τότε κάθε επιτυχημένη επένδυση είναι εξ ορισμού ζημία. Δεν υπάρχει έδαφος συνεννόησης με όποιον κρατάει αποταμίευση, μετοχές ή μια επιχείρηση πάνω από ένα ορισμένο μέγεθος.
Το πρόγραμμα το λέει ρητά: κοινωνικοποίηση ορυκτού πλούτου, βιομηχανικών υποδομών και μηχανημάτων, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, εμπορίου, γης και καπιταλιστικών αγροτικών επιχειρήσεων, και κεντρικός σχεδιασμός με κριτήριο τις «λαϊκές ανάγκες» αντί για το κέρδος. Αυτό δεν είναι ρύθμιση. Είναι κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στους τομείς που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο πάγιο κεφάλαιο. Το ιστορικό αποτέλεσμα αυτού του υποδείγματος, όπου εφαρμόστηκε, δεν ήταν φθηνότερη ενέργεια και πλήρης απασχόληση. Ήταν κατάρρευση της επενδυτικής πειθαρχίας, ουρές, και κεφάλαιο που είτε δεν σχηματίζεται είτε φεύγει. Η Ελλάδα δεν έχει το μέγεθος ούτε το θεσμικό απόθεμα για να ξαναδοκιμάσει το πείραμα σε μικρογραφία.
Υπάρχουν όμως σημεία όπου η κριτική του ΚΚΕ πιάνει πραγματική στρέβλωση, και ο φιλελεύθερος φακός δεν χρειάζεται να την αρνηθεί. Ο αναβαλλόμενος φόρος των τραπεζών είναι προνομιακή μεταχείριση, όχι κανόνας αγοράς. Η συνταγματική φοροαπαλλαγή των εφοπλιστών είναι άνιση μεταχείριση έναντι κάθε άλλης επιχείρησης. Η φοροασυλία «στρατηγικών επενδυτών» είναι κι αυτή διάκριση: το κράτος διαλέγει ποιος δεν πληρώνει. Η φιλελεύθερη απάντηση σε αυτά είναι ενιαίος φόρος και κατάργηση εξαιρέσεων, όχι κοινωνικοποίηση του κλάδου. Το ΚΚΕ χρησιμοποιεί τη στρέβλωση ως απόδειξη ότι η αγορά δεν γίνεται να υπάρξει, ενώ η στρέβλωση είναι προϊόν του κράτους.
Η εξίσωση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα ως φορέων του ίδιου «νεοφιλελεύθερου» αφηγήματος είναι πολιτικά χρήσιμη για το κόμμα και αναλυτικά χαλαρή. Κανένα από τα τρία δεν προτείνει ελεύθερη είσοδο, ουδέτερο φόρο και ιδιωτική ιδιοκτησία χωρίς κλαδικά προνόμια. Προτείνουν διαφορετικές δόσεις κρατικής κατεύθυνσης. Το ΚΚΕ τα βαφτίζει όλα νεοφιλελευθερισμό για να μείνει το μόνο εκτός συστήματος. Αυτό εξηγεί και τη δημοσκοπική του δυναμική: γύρω στο 7–9%, σταθερό, χωρίς κυβερνητική φιλοδοξία, άρα χωρίς πίεση να κοστολογήσει την κοινωνικοποίηση.
Τι μένει από τη σύγκριση
Το ΠΑΣΟΚ θέλει το κεφάλαιο στην Ελλάδα, αλλά υπό κηδεμονία: φορολογικά κίνητρα για τους «σωστούς» κλάδους, ταμείο που επενδύει δημόσιο πλούτο, φόρος στο κέρδος όταν μια αρχή το κρίνει υπερβολικό. Το ΚΚΕ δεν το θέλει ως ιδιοκτήτη στους στρατηγικούς τομείς και το λέει χωρίς περιστροφές. Το πρώτο είναι διαχειρίσιμο μέσα στην ευρωζώνη και γι’ αυτό διεκδικεί δεύτερη θέση, στριμωγμένο από την ΕΛ.Α.Σ. γύρω στο 13–14% έναντι 15–16%. Το δεύτερο είναι συνεπές με τον εαυτό του και γι’ αυτό δεν μεταφράζεται σε προοπτική εξουσίας.
Από φιλελεύθερη σκοπιά, και τα δύο αφήνουν άθικτο το πραγματικό εμπόδιο στην ελληνική επιχειρηματικότητα: αργή δικαιοσύνη, αβέβαιο φορολογικό κανόνα, κλειστά επαγγέλματα, ενέργεια και χωροταξία που καθυστερούν κάθε επένδυση πριν καν εμφανιστεί κέρδος για να φορολογηθεί. Όποιος υπόσχεται είτε να διαλέξει τους νικητές είτε να τους κοινωνικοποιήσει, δεν απαντά σε αυτό. Το μεταφέρει σε μια επιτροπή ή σε ένα σχέδιο.
Από πολιτική σκοπιά
ΠΑΣΟΚ: κόμμα που θέλει να κυβερνήσει, άρα δεν μπορεί να είναι ούτε ΝΔ ούτε ΚΚΕ
Ο Ανδρουλάκης στήνει μια διπλή ταυτότητα. Προς τα δεξιά του λέει ότι η ΝΔ μεγάλωσε τα κέρδη χωρίς να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο και χωρίς να αγγίξει ολιγοπώλια, funds και τεκμαρτή φορολόγηση. Προς τα αριστερά του λέει ότι ο Τσίπρας ξαναπουλάει αναδιανομή χωρίς εργαλείο παραγωγής και χωρίς κοστολόγηση. Η ΔΕΘ χρησιμοποιείται ακριβώς γι’ αυτό: να δείξει ότι το ΠΑΣΟΚ έχει φάκελο κυβερνητικό, όχι μόνο σύνθημα.
Το πακέτο για τις επιχειρήσεις — κατάργηση τέλους επιτηδεύματος, μείωση προκαταβολής, τέλος στην τεκμαρτή, όριο ΦΠΑ στις 20.000, ακατάσχετος λογαριασμός, αποσβέσεις για εξοπλισμό — δεν απευθύνεται στους μεγάλους ομίλους. Απευθύνεται σε μικρομεσαίους, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους που έφυγαν από το ΠΑΣΟΚ προς τη ΝΔ ή την αποχή και που η τεκμαρτή τους εξόργισε. Είναι εκλογικό κοινό του μεσαίου χώρου, όχι της εργατικής βάσης.
Ο φόρος στα υπερκέρδη των ολιγοπωλίων και η Golden Visa μόνο για «παραγωγικές» επενδύσεις κάνουν την αντίστροφη δουλειά: κρατούν το κοινωνικό προφίλ, ώστε η στροφή στις ΜμΕ να μην διαβαστεί ως φιλοεπιχειρηματική μετάλλαξη. Ο 13ος μισθός, η 13η σύνταξη και το ΕΚΑΣ κλείνουν τον κύκλο προς το παραδοσιακό ΠΑΣΟΚ: συνταξιούχοι και δημόσιο. Η γραμμή «καμία συνεργασία με τη ΝΔ» και ο στόχος της πρώτης θέσης είναι το πολιτικό συμπέρασμα. Χωρίς αυτό, το πρόγραμμα διαβάζεται ως χαρτοφυλάκιο υπουργού σε κυβέρνηση συνεργασίας. Με αυτό, διαβάζεται ως διεκδίκηση πρωτιάς.
Το κόστος είναι εμφανές. Το ΠΑΣΟΚ υπόσχεται ταυτόχρονα ελαφρύνσεις σε επιχειρήσεις και βαριές παροχές σε μισθούς και συντάξεις, μέσα σε δημοσιονομικό πλαίσιο που το ίδιο αποδέχεται. Όποιος το ακούει ως μελλοντικός εταίρος ρωτάει ποιο από τα δύο κόβεται πρώτο. Όποιος το ακούει ως ψηφοφόρος της ΝΔ δεν βρίσκει λόγο να φύγει, γιατί η ΝΔ ήδη κατέχει το επιχείρημα της σταθερότητας. Όποιος το ακούει ως ψηφοφόρος Τσίπρα βρίσκει τον Ανδρουλάκη πιο θεσμικό και λιγότερο «δικό του».
ΚΚΕ: κόμμα που δεν θέλει να κυβερνήσει με άλλους, άρα μπορεί να είναι απόλυτο
Ο Κουτσούμπας δεν έχει αυτόν τον περιορισμό. Η φράση «για να κερδίσει ο λαός πρέπει να χάσει το κεφάλαιο» δεν είναι διαπραγματευτική θέση. Είναι σύνορο. Χωρίζει το κόμμα από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα με μία κίνηση: όλοι τους, λέει, έχουν αποδεχθεί ότι η μεγέθυνση των κερδών κάποτε φτάνει στον λαό. Το ΚΚΕ αρνείται τον ίδιο τον ισχυρισμό.
Πολιτικά, αυτό κλειδώνει τρία πράγματα. Πρώτον, καμία πόρτα συνεργασίας, ούτε καν ανοχής. Δεύτερον, ταύτιση της ψήφου στο ΚΚΕ με την ψήφο διαμαρτυρίας που δεν επιστρέφει στο σύστημα: η δύναμη «δεν μεταλλάσσεται, ούτε παζαρεύεται». Τρίτον, ομιλία προς οργανωμένο κόσμο — σωματεία, εργασιακούς χώρους, νεολαία που δεν ζητά κυβερνητικό πρόγραμμα — και όχι προς τον αναποφάσιστο του μεσαίου χώρου. Η κοινωνικοποίηση ενέργειας, μεταφορών, τηλεπικοινωνιών, βιομηχανίας και γης δεν χρειάζεται να είναι εφαρμόσιμη την επόμενη τετραετία. Χρειάζεται να είναι αναγνωρίσιμη ως η γραμμή που οι άλλοι δεν τολμούν.
Η επίθεση στον Τσίπρα για «πατριωτικές εισφορές» έχει την ίδια λειτουργία. Ο Τσίπρας, επιστρέφοντας, απειλεί να ξαναρουφήξει αντισυστημικό κόσμο προς ένα κόμμα με κυβερνητικό παρελθόν. Το ΚΚΕ τον τοποθετεί δίπλα σε Μητσοτάκη και Ανδρουλάκη, ώστε η επιστροφή του να μη μετρήσει ως αριστερή εναλλακτική. Το ίδιο κάνει και με το ΠΑΣΟΚ: το βαφτίζει σοσιαλδημοκρατία που υιοθέτησε το νεοφιλελεύθερο αφήγημα, για να μην υπάρξει γέφυρα μεταξύ των δύο.
Η εκλογική γεωγραφία που προκύπτει
Στις μετρήσεις τέλους Σεπτεμβρίου–αρχών Οκτωβρίου η ΝΔ μένει κοντά στο 30%. Η ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα είναι δεύτερη, γύρω στο 15–16%. Το ΠΑΣΟΚ τρίτο, γύρω στο 13–14%, με μικρή σύσφιξη σε κάποιες δημοσκοπήσεις. Το ΚΚΕ κινείται χονδρικά μεταξύ 6,5% και 9%.
Αυτό το τοπίο εξηγεί τις δύο γραμμές καλύτερα από το περιεχόμενό τους. Το ΠΑΣΟΚ παίζει μάχη θέσης: αν μείνει τρίτο πίσω από τον Τσίπρα, το αφήγημα της εναλλακτικής διακυβέρνησης καταρρέει και η Χαριλάου Τρικούπη γίνεται δεξαμενή στελεχών, όχι πόλος. Γι’ αυτό η ΔΕΘ του ήταν πυκνή σε μέτρα, κόστος και αποκλεισμό συνεργασίας με τη ΝΔ. Χρειάζεται να δείχνει κόμμα εξουσίας τη στιγμή που ένα άλλο κόμμα, με πιο αναγνωρίσιμο ηγέτη, του έχει πάρει τη δεύτερη θέση.
Το ΚΚΕ δεν παίζει αυτή τη μάχη. Παίζει μάχη διατήρησης και μικρής διεύρυνσης σε κοινό που δεν θέλει να μπει σε κυβερνητική αριθμητική. Η απόλυτη γραμμή για το κεφάλαιο είναι πλεονέκτημα σε αυτό το κοινό και μειονέκτημα παντού αλλού. Δεν χρειάζεται να το διορθώσει, γιατί δεν διεκδικεί τους παντού αλλού.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι οι δύο ομιλίες δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Ο Ανδρουλάκης ανταγωνίζεται τον Τσίπρα για το ποιος είναι η αντι-ΝΔ με προοπτική εξουσίας, και χρησιμοποιεί τις ΜμΕ ως γέφυρα προς τον μεσαίο χώρο. Ο Κουτσούμπας ανταγωνίζεται και τους δύο για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει στο όνομα όσων δεν πιστεύουν ότι το κεφάλαιο και ο λαός μπορούν να κερδίσουν μαζί. Όσο η ΝΔ μένει πρώτη και ο Τσίπρας δεύτερος, το ΠΑΣΟΚ πιέζεται να γίνει πιο συγκεκριμένο και το ΚΚΕ μπορεί να μείνει ακριβώς τόσο απόλυτο όσο ήταν στη ΔΕΘ.