Ο τσαμπουκάς του μεσοαστού

Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τον Αλέξη Τσίπρα στην τηλεόραση χωρίς να σκέφτομαι τον άνθρωπο που κάθεται απέναντι από την οθόνη και τον ακούει. Όχι τον ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τον αντίπαλό του. Τον μεσοαστό. Εκείνον που έχει ένα σπίτι, μια δουλειά ή μια μικρή επιχείρηση, κάποιο εισόδημα, κάποιες οικονομίες, παιδιά που θέλει να σπουδάσουν και μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα για τον εαυτό του: ότι όσα έχει τα απέκτησε επειδή δούλεψε. Και συνήθως έχει δίκιο. Μόνο που η ιστορία που λέει στον εαυτό του σταματά ακριβώς εκεί που αρχίζει η πραγματικότητα.

Ο μεσοαστός είναι ο κατεξοχήν υποκριτής όχι επειδή είναι χειρότερος από τους υπόλοιπους, αλλά επειδή έχει ανάγκη να πιστεύει ταυτόχρονα σε δύο πράγματα που δεν συμβιβάζονται. Θέλει να θεωρεί τον εαυτό του απολύτως υπεύθυνο για την οικονομική του κατάσταση και, την ίδια στιγμή, θέλει να θεωρεί αυτονόητο ότι το κράτος πρέπει να προστατεύει την οικονομική του κατάσταση όταν αυτή απειλείται. Θέλει ελεύθερη αγορά όταν αυτή ανεβάζει την αξία της περιουσίας του και προστατευτισμό όταν ένας ανταγωνιστής απειλεί τη δουλειά του. Θέλει χαμηλούς φόρους όταν πληρώνει και κοινωνικές παροχές όταν εισπράττει. Θέλει αξιοκρατία όταν η αξιοκρατία δικαιολογεί τη δική του θέση και κοινωνική εξήγηση όταν πρέπει να εξηγήσει γιατί κάποιος άλλος βρίσκεται χαμηλότερα. Καταγγέλλει τα προνόμια των άλλων και υπερασπίζεται ως «κόπους μιας ζωής» τα δικά του.

Δεν είναι απαραίτητα συνειδητή απάτη. Είναι ένας τρόπος να οργανώνει κανείς την αυτοεικόνα του έτσι ώστε να μη χρειάζεται ποτέ να παραδεχθεί ότι η προσωπική του επιτυχία είναι αποτέλεσμα όχι μόνο προσπάθειας, αλλά και οικογένειας, περιουσίας, εκπαίδευσης, συγκυρίας, θεσμών, γνωριμιών, τύχης και μιας ολόκληρης κοινωνίας μέσα στην οποία κατάφερε να κινηθεί.

Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός τσαμπουκάς. Ο μεσοαστός δεν είναι ο ισχυρός άνθρωπος που δεν χρειάζεται κανέναν. Χρειάζεται δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία, αστυνομία, δικαιοσύνη, τράπεζες, συμβόλαια, δημόσιες υποδομές, συντάξεις, επιδοτήσεις όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και ένα κράτος αρκετά ισχυρό ώστε να προστατεύει την ιδιοκτησία του. Ταυτόχρονα όμως αντιμετωπίζει το κράτος σαν έναν ενοχλητικό εισβολέα όταν ζητά να πληρωθεί για όλα αυτά.

Ο πολιτικός ρεαλισμός έχει μια πολύ δυσκολότερη απαίτηση από τον μεσοαστό: του ζητά να δεχθεί την ελευθερία και όταν δεν τον συμφέρει. Να δεχθεί ότι ο άλλος μπορεί να επιχειρήσει, να αποτύχει, να πλουτίσει, να κληρονομήσει, να αλλάξει επάγγελμα, να ανταγωνιστεί τη δική του επιχείρηση ή να επιλέξει έναν τρόπο ζωής που ο ίδιος δεν θα επέλεγε. Να δεχθεί επίσης ότι η προστασία της δικής του περιουσίας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε προστασία από κάθε οικονομικό κίνδυνο.

Ο μεσοαστός, αντίθετα, θέλει την ελευθερία ως δικαίωμα και την προστασία ως αυτονόητη συνέπεια του δικαιώματος. Θέλει να αποφασίζει μόνος του για τη ζωή του, αλλά δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να δεχθεί ότι οι συνέπειες των αποφάσεών του είναι επίσης δικές του.

Γι’ αυτό και ο τσαμπουκάς του δεν είναι δύναμη. Είναι άμυνα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας που έχει αρκετά να χάσει αλλά όχι αρκετά για να αισθάνεται ασφαλής μετατρέπει τον φόβο του σε αγανάκτηση. Δεν λέει «φοβάμαι μήπως χάσω όσα έχω». Λέει «δεν θα μου πάρει κανείς αυτά που κέρδισα». Η δεύτερη φράση είναι πολύ πιο αξιοπρεπής από την πρώτη. Γι’ αυτό και γίνεται τόσο εύκολα πεποίθηση.

Η ελληνική κρίση έκανε αυτόν τον μηχανισμό ακόμη πιο εμφανή. Ο μεσοαστός που επί δεκαετίες πίστευε ότι η ζωή του θα πηγαίνει λίγο-πολύ προς τα πάνω βρέθηκε ξαφνικά να φοβάται ότι μπορεί να κινηθεί προς τα κάτω. Δεν έχασε απαραίτητα το σπίτι του ή τη δουλειά του. Έχασε όμως κάτι εξίσου σημαντικό: την πεποίθηση ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Και όταν ένας άνθρωπος χάνει την αίσθηση της οικονομικής του προόδου, συνήθως δεν εγκαταλείπει την αυτοπεποίθησή του. Την κάνει επιθετικότητα.

Εδώ αποκτά ενδιαφέρον και η τηλεοπτική παρουσία του Τσίπρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάλαβε ότι η μεσαία τάξη δεν ήθελε απλώς χρήματα. Ήθελε μια ερμηνεία για την ανασφάλειά της. Της προσέφερε μια πολιτική γλώσσα στην οποία η οικονομική της πίεση μπορούσε να αποκτήσει υπεύθυνους: μνημόνια, τράπεζες, ελίτ, λιτότητα, αδικία. Αργότερα ο ίδιος ο Τσίπρας προσπάθησε να ξανακερδίσει αυτή τη μεσαία τάξη, αναγνωρίζοντας ότι είχε επιβαρυνθεί και ότι η πολιτική του κόμματός του την είχε απομακρύνει.

Η πολιτική αυτή διαδρομή έχει τη δική της σημασία. Για μένα, όμως, το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στην τηλεόραση βλέπω έναν πολιτικό να προσπαθεί να μιλήσει σε μια κοινωνική τάξη που δεν ξέρει πλέον αν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της προνομιούχο, αδικημένο ή και τα δύο.

Και πράγματι, ο μεσοαστός θέλει να είναι και τα δύο. Θέλει να αισθάνεται ότι ανήκει στους ανθρώπους που «τα κατάφεραν», αλλά ταυτόχρονα θέλει να αισθάνεται ότι αδικήθηκε. Θέλει η περιουσία του να θεωρείται αποτέλεσμα προσωπικού μόχθου όταν απειλείται από φόρους, αλλά προϊόν μιας κοινωνίας με ανισότητες όταν συζητά για την περιουσία των πλουσιότερων. Θέλει τα παιδιά του να ανταγωνιστούν ισότιμα τους άλλους, αλλά δυσκολεύεται να παραδεχθεί πόσο σημαντικό πλεονέκτημα τους δίνει το δικό του σπίτι, η δική του μόρφωση και η δική του οικονομική ασφάλεια. Θέλει να πιστεύει ότι «όποιος δουλεύει προοδεύει», αρκεί να μη χρειαστεί να εξηγήσει γιατί δύο άνθρωποι που δουλεύουν εξίσου σκληρά ξεκινούν από τελείως διαφορετική αφετηρία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η προσωπική προσπάθεια είναι μύθος. Το αντίθετο. Η προσωπική ευθύνη είναι πραγματική και ο μεσοαστός δεν θέλει να αντιμετωπίζεται από το κράτος ως κάποιος που χρειάζεται διαρκώς άδεια για να ζήσει. Αλλά η προσωπική ευθύνη δεν σημαίνει προσωπική μυθολογία. Δεν δημιουργήσαμε μόνοι μας ούτε την οικογένεια στην οποία γεννηθήκαμε ούτε την οικονομία στην οποία μεγαλώσαμε ούτε τους θεσμούς που μας προστατεύουν ούτε την τύχη που μας συνάντησε.

Κανείς δεν ζητά από τον μεσοαστό να αισθάνεται ένοχος επειδή έχει περιουσία. Ζητείται όμως από αυτόν κάτι πολύ πιο δύσκολο: να υπερασπίζεται την ιδιοκτησία χωρίς να ζητά ειδική μεταχείριση για την ιδιοκτησία του, να υπερασπίζεται την επιχειρηματικότητα χωρίς να ζητά προστασία από τον ανταγωνισμό, να ζητά μικρότερο κράτος χωρίς να απαιτεί από το κράτος να πληρώνει τον λογαριασμό κάθε φορά που η αγορά δεν πηγαίνει όπως θα ήθελε. Να δέχεται τους ίδιους κανόνες όταν τον προστατεύουν και όταν τον περιορίζουν.

Ο μεσοαστός δυσκολεύεται ακριβώς εκεί. Θέλει κανόνες, αρκεί να είναι δίκαιοι. Και «δίκαιοι» συχνά σημαίνει κανόνες που δεν τον αναγκάζουν να αλλάξει τίποτα στη ζωή του.

Γι’ αυτό ο τσαμπουκάς του έχει τόση πολιτική σημασία. Δεν είναι απλώς ο εκνευρισμένος άνθρωπος που φωνάζει στην τηλεόραση. Είναι μια ολόκληρη κοινωνική στάση. Είναι η απαίτηση να αναγνωρίζεται η προσωπική του προσπάθεια χωρίς να εξετάζονται οι συνθήκες που την έκαναν δυνατή· η απαίτηση για ελευθερία χωρίς το κόστος της· η απαίτηση για κράτος χωρίς τη φορολογία που το συντηρεί· η απαίτηση για αξιοκρατία χωρίς την αναγνώριση των άνισων αφετηριών· η απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς την υποχρέωση να αρχίζει από την πόρτα του δικού του σπιτιού.

Κι έτσι, όταν τον βλέπω στην τηλεόραση, δεν σκέφτομαι τόσο τον Τσίπρα. Σκέφτομαι τον ίδιο τον θεατή. Τον άνθρωπο που αισθάνεται ότι όλοι του ζητούν κάτι: η εφορία χρήματα, η αγορά προσαρμογή, τα παιδιά ευκαιρίες, οι γονείς βοήθεια, η πολιτική κάλπη ψήφο, η κοινωνία αλληλεγγύη. Και εκείνος, με όλο και λιγότερη βεβαιότητα ότι η ζωή του θα συνεχίσει να του επιστρέφει όσα πιστεύει ότι δικαιούται, σηκώνει τη φωνή του.

Αυτό είναι το παράδοξο του μεσοαστικού τσαμπουκά. Δεν γεννιέται επειδή ο άνθρωπος έχει πολλά. Γεννιέται επειδή έχει αρκετά ώστε να τα υπερασπίζεται με πάθος και όχι αρκετά ώστε να αισθάνεται ότι δεν κινδυνεύουν. Και όσο περισσότερο φοβάται ότι μπορεί να χάσει την κοινωνική θέση που θεωρεί αποτέλεσμα αποκλειστικά της δικής του αξίας, τόσο περισσότερο χρειάζεται να πιστεύει ότι την αξίζει αποκλειστικά.

Εκεί βρίσκεται και η βαθύτερη υποκρισία του: όχι στο ότι θέλει να προστατεύσει τον εαυτό του. Αυτό είναι ανθρώπινο και απολύτως θεμιτό. Η υποκρισία βρίσκεται στο ότι παίρνει το προσωπικό του συμφέρον και το παρουσιάζει ως καθολική αρχή, μέχρι τη στιγμή που η καθολική αρχή φτάνει πάνω του. Τότε ζητά εξαίρεση.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το μόνο πραγματικά πολιτικό μάθημα που μπορεί να πάρει κανείς από τον μεσοαστό μπροστά στην τηλεόραση με τον Τσίπρα: δεν είναι δύσκολο να ζητάς ελευθερία όταν σε ευνοεί. Η δυσκολία αρχίζει όταν πρέπει να υπερασπιστείς την ίδια ελευθερία για τον άλλον που σε ανταγωνίζεται, σε ενοχλεί, σε ξεπερνά ή απλώς δεν μοιάζει καθόλου με εσένα.

σκέψεις ... σκέψεις ... > σχόλιο :D