Η στάση της ελληνικής αστυνομίας απέναντι στις καταλήψεις κτηρίων και το κλείσιμο δρόμων κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών είναι ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και ερωτηματικά.
Υπάρχει μία επιχειρηματολογία που μπορεί να εξηγήσει τις αντιδράσεις της – ή την έλλειψη αυτών – και να φωτίσει γιατί, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ήπια στάση της φαίνεται στην κοινή γνώμη σαν «άδεια» στους διαδηλωτές να κάνουν ό,τι θέλουν. Ας το δούμε βήμα-βήμα, εξετάζοντας πιθανές αιτίες, ιστορικό πλαίσιο και πρακτικές πτυχές, χωρίς να καταλήγουμε σε απόλυτα συμπεράσματα, αλλά δίνοντας μια λογική βάση για να το σκεφτούμε.
Επιχειρηματολογία πίσω από τη στάση της αστυνομίας
- Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο: Η ελληνική αστυνομία λειτουργεί σε ένα περιβάλλον με βαθιά ιστορική μνήμη. Μετά τη χούντα (1967-1974), όπου η αστυνομία και ο στρατός συνδέθηκαν με καταστολή και βία, υπάρχει μια διαχρονική ευαισθησία για το πώς φαίνεται η χρήση δύναμης. Το Πολυτεχνείο του 1973, για παράδειγμα, έμεινε ως σύμβολο αντίστασης, και η σκληρή επέμβαση τότε έχει αφήσει ένα στίγμα: η υπερβολική βία από την αστυνομία μπορεί να πυροδοτήσει ακόμα μεγαλύτερες αντιδράσεις. Αυτό το βάρος επηρεάζει τις αποφάσεις της, ειδικά σε περιπτώσεις που θυμίζουν τέτοια γεγονότα, όπως οι καταλήψεις πανεπιστημίων ή οι πορείες στο κέντρο της Αθήνας. Μια ήπια στάση μπορεί να είναι στρατηγική επιλογή για να αποφύγει την κλιμάκωση και την κατηγορία της «αστυνομοκρατίας».
- Νομικό και κοινωνικό πλαίσιο: Στην Ελλάδα, το δικαίωμα στη διαδήλωση κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα (άρθρο 11), και οι καταλήψεις, ειδικά σε πανεπιστήμια, προστατεύονται εν μέρει από το άσυλο, παρόλο που αυτό περιορίστηκε το 2019. Η αστυνομία ξέρει ότι η επέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί παράνομη ή να προκαλέσει αντιδράσεις από κόμματα, φοιτητές και οργανώσεις. Για παράδειγμα, το 2006-2007, στις καταλήψεις για την ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, η αστυνομία δίστασε να μπει στις σχολές, γιατί το άσυλο ήταν ακόμα ισχυρό και η κοινή γνώμη διχασμένη. Το κλείσιμο δρόμων, επίσης, συχνά γίνεται ανεκτό ως «λογικό επακόλουθο» των διαδηλώσεων, γιατί η πλήρης απαγόρευσή τους θα απαιτούσε συνεχή σύγκρουση με πλήθη – κάτι που η αστυνομία αποφεύγει όταν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος.
- Πρακτικοί περιορισμοί: Η αστυνομία δεν έχει πάντα τους πόρους ή την οργάνωση να αντιμετωπίσει μαζικές κινητοποιήσεις. Σε μεγάλες διαδηλώσεις, όπως το 2011 στο Σύνταγμα για τα μνημόνια, οι διαδηλωτές ήταν χιλιάδες, και οι δυνάμεις των ΜΑΤ περιορίζονταν σε μερικές εκατοντάδες. Η πλήρης διάλυση μιας κατάληψης ή το άνοιγμα κλειστών δρόμων απαιτεί συντονισμό, προσωπικό και εξοπλισμό που μπορεί να μην επαρκούν. Αντί να ρισκάρει μια άνιση μάχη, η αστυνομία συχνά επιλέγει να «περιφρουρεί» παρά να επεμβαίνει, κάτι που στην κοινή γνώμη φαίνεται σαν αδράνεια. Στην Κέρκυρα, το 2011, για τον ΧΥΤΑ Λευκίμμης, η αστυνομία άφησε τους δρόμους κλειστούς για εβδομάδες, ίσως γιατί δεν είχε τη δύναμη να αντιμετωπίσει τους κατοίκους χωρίς να χειροτερέψει την κατάσταση.
- Πολιτική πίεση και στρατηγική: Η αστυνομία δεν δρα αυτόνομα – υπάγεται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και λαμβάνει εντολές από την εκάστοτε κυβέρνηση. Ανάλογα με το πολιτικό κλίμα, η στάση της μπορεί να είναι πιο ήπια ή πιο σκληρή. Για παράδειγμα, το 2015, επί ΣΥΡΙΖΑ, η αστυνομία ήταν επιεικής στις διαμαρτυρίες για το δημοψήφισμα, πιθανότατα γιατί η κυβέρνηση δεν ήθελε να φανεί ότι καταστέλλει τον λαό που τη στήριζε. Αντίθετα, το 2019, με τη Νέα Δημοκρατία, η επέμβαση σε καταλήψεις στα Εξάρχεια ήταν πιο δυναμική, δείχνοντας αλλαγή πολιτικής γραμμής. Όταν η κυβέρνηση δίνει «μαλακές» οδηγίες, η αστυνομία μπορεί να φαίνεται ότι αφήνει τους διαδηλωτές να κάνουν ό,τι θέλουν, όπως το 2023 στα Τέμπη, όπου οι δρόμοι έμειναν κλειστοί για μέρες χωρίς σοβαρή επέμβαση.
- Διαχείριση εικόνας και κοινής γνώμης: Η αστυνομία ξέρει ότι η σκληρή καταστολή μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Το 2021, στη Νέα Σμύρνη, η βίαιη επέμβαση σε έναν πολίτη πυροδότησε μέρες διαμαρτυριών, με κλειστούς δρόμους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η εικόνα των ΜΑΤ να χτυπούν διαδηλωτές ή να σπάνε καταλήψεις παίζει στα δελτία ειδήσεων και στα social media, κάνοντας την αστυνομία στόχο κριτικής. Γι’ αυτό, συχνά επιλέγει να περιμένει παρά να δράσει, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι η οδός Πανεπιστημίου ή η Εγνατία μένουν κλειστές. Στην κοινή γνώμη, αυτό μοιάζει σαν να δίνει «άδεια» στους διαδηλωτές, αλλά μπορεί να είναι τακτική για να αποφύγει μεγαλύτερο πρόβλημα.
Φαίνεται σαν «άδεια» στους διαδηλωτές;
Ναι, στην κοινή γνώμη συχνά φαίνεται έτσι, και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Όταν η αστυνομία στέκεται στα πλάγια, όπως το 2011 στο Σύνταγμα, όπου οι διαδηλωτές είχαν στήσει σκηνές για εβδομάδες, ή το 2016 στη Χίο, όπου η πλατεία παρέμεινε κλειστή χωρίς σοβαρή επέμβαση, οι πολίτες που μένουν κολλημένοι στην κίνηση ή δεν μπορούν να φτάσουν στη δουλειά τους νιώθουν ότι η τάξη έχει χαθεί. Το ίδιο συνέβη το 2006-2007, με τις καταλήψεις στα πανεπιστήμια: η αστυνομία δεν μπήκε στις σχολές, οι δρόμοι γύρω τους (π.χ. Στουρνάρη, Κορίνθου) έμειναν μπλοκαρισμένοι, και οι κάτοικοι ένιωσαν ότι οι διαδηλωτές είχαν το πάνω χέρι. Ακόμα και το 2023, μετά τα Τέμπη, η περιορισμένη δράση της αστυνομίας σε Αθήνα και Λάρισα άφησε την εντύπωση ότι οι διαδηλωτές μπορούσαν να κλείνουν δρόμους χωρίς συνέπειες.
Αυτή η αντίληψη ενισχύεται από την αντίθεση με άλλες χώρες. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η αστυνομία διαλύει συχνά διαδηλώσεις με νερό και δακρυγόνα, ανοίγοντας δρόμους γρήγορα. Στην Ελλάδα, η εικόνα των ΜΑΤ να στέκονται ακίνητα ενώ η Εγνατία ή η Πανεπιστημίου είναι κλειστές δίνει την αίσθηση αδυναμίας ή αδιαφορίας. Κάποιοι λένε ότι αυτό είναι σκόπιμο: η αστυνομία «αφήνει» τους διαδηλωτές να ξεσπάσουν για να αποφύγει μεγαλύτερες συγκρούσεις αργότερα. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι θέμα πολιτικής εντολής – αν η κυβέρνηση δεν θέλει «κακές εικόνες», η αστυνομία μένει πίσω.
Είναι όντως «άδεια» ή κάτι άλλο;
Δεν υπάρχει απόδειξη ότι η αστυνομία δίνει σκόπιμα «άδεια» στους διαδηλωτές. Πιθανότατα, η στάση της είναι αποτέλεσμα συνδυασμού: ιστορικής προσοχής, νομικών ορίων, πρακτικών δυσκολιών και πολιτικών υπολογισμών. Όταν δεν επεμβαίνει, όπως στην Κέρκυρα το 2011 ή στα Εξάρχεια πριν το 2019, μπορεί να φαίνεται σαν να αφήνει τους διαδηλωτές να κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μυστική συμφωνία. Μπορεί απλώς να ζυγίζει το κόστος: μια σκληρή επέμβαση που γυρίζει μπούμερανγκ (όπως το 2021 στη Νέα Σμύρνη) είναι χειρότερη από το να αφήσει την κατάσταση να «ξεθυμάνει» μόνη της.
Συνολικά, η επιχειρηματολογία δείχνει ότι η ήπια στάση της αστυνομίας δεν είναι απαραίτητα «άδεια», αλλά μια επιλογή με ρίζες στην ιστορία, τη νομοθεσία και την τακτική. Στην κοινή γνώμη, όμως, που βλέπει δρόμους κλειστούς και κτήρια κατειλημμένα χωρίς συνέπειες, η εντύπωση μένει: οι διαδηλωτές έχουν το ελεύθερο, και η αστυνομία δεν κάνει αρκετά για να το σταματήσει. Αν αυτό είναι σωστό ή λάθος, εξαρτάται από την οπτική – και από το πόσο αντέχει κανείς το μποτιλιάρισμα.
Γιατί η κατάσταση είναι πρόβλημα
Όταν οι δρόμοι κλείνουν, όπως η Πανεπιστημίου στην Αθήνα ή η Εγνατία στη Θεσσαλονίκη, οι πολίτες χάνουν χρόνο, χρήμα και ηρεμία. Ένας εργαζόμενος που κολλάει στο μποτιλιάρισμα δεν φτάνει στη δουλειά του, ένας μαγαζάτορας χάνει πελάτες, ένας γονιός δεν μπορεί να πάρει το παιδί του από το σχολείο. Οι καταλήψεις κτηρίων, όπως τα πανεπιστήμια το 2006-2007 ή τα σχολεία το 2013, σταματούν τη δουλειά ή τη μόρφωση, αφήνοντας εργαζόμενους και μαθητές σε αδιέξοδο. Αν η αστυνομία δεν μπορεί ή δεν θέλει να δράσει – για λόγους που αναλύσαμε, όπως το άσυλο, η ιστορική μνήμη της χούντας ή η έλλειψη πόρων – τότε χρειάζεται κάτι άλλο για να προστατεύσει το δικαίωμα των πολιτών στην ελεύθερη κυκλοφορία και την πρόσβαση στη δουλειά τους.
Αν η αστυνομία, έστω και κατά περίπτωση, στέκεται αδιάφορη ή περιορίζεται στο κλείσιμο δρόμων και στις καταλήψεις κτηρίων – είτε λόγω νομοθετικών ορίων, ιστορικών ευαισθησιών, είτε υποχρηματοδότησης – τότε το ερώτημα για το τι μπορεί να εγγυηθεί την ελεύθερη και απρόσκοπτη κυκλοφορία των πολιτών στους δημόσιους δρόμους και τον προγραμματισμό της επαγγελματικής τους ζωής στους χώρους εργασίας είναι απόλυτα δικαιολογημένο.
Ας εξετάσουμε το ζήτημα με λογική, πρακτική ματιά και εναλλακτικές, συμπεριλαμβάνοντας και την ιδέα του στρατού, για να δούμε τι θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ των πολιτών που θέλουν να ζήσουν χωρίς διαρκή εμπόδια.
Τι μπορεί να γίνει υπέρ της ελεύθερης κυκλοφορίας και της εργασίας
Ας δούμε τις πιθανές λύσεις, από τις πιο πρακτικές μέχρι την ακραία ιδέα του στρατού:
- Ενίσχυση της αστυνομίας με πόρους και σαφή νομοθεσία:
Αν η υποχρηματοδότηση και τα νομικά όρια είναι ο λόγος της αδράνειας, τότε η λύση ξεκινάει από εκεί. Περισσότερο προσωπικό, καλύτερος εξοπλισμός (π.χ. οχήματα, drones για παρακολούθηση), και εκπαίδευση θα έδιναν στην αστυνομία τη δυνατότητα να ανοίγει δρόμους και να διαλύει καταλήψεις πιο γρήγορα. Παράλληλα, μια νομοθεσία που να δίνει ξεκάθαρη εντολή – π.χ. «οι δρόμοι ανοίγουν εντός 2 ωρών από το κλείσιμό τους, οι καταλήψεις τερματίζονται άμεσα αν εμποδίζουν την εργασία» – θα αφαιρούσε τις δικαιολογίες. Το 2019, η κατάργηση του ασύλου από τη ΝΔ έδειξε ότι η αλλαγή νόμου μπορεί να δώσει στην αστυνομία ελευθερία κινήσεων, όπως στις επεμβάσεις στα Εξάρχεια. Αν αυτό συνδυαζόταν με χρήματα για 500 επιπλέον ΜΑΤ και 20 κλούβες, η Πανεπιστημίου ή η Εγνατία δε θα έμεναν κλειστές για μέρες. - Εναλλακτικές δυνάμεις ελέγχου πέρα από την αστυνομία:
Αν η αστυνομία δεν επαρκεί, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ειδικές μονάδες, π.χ. μια «Υπηρεσία Δημόσιας Κυκλοφορίας», με αποκλειστικό σκοπό να κρατάει δρόμους και κτήρια ανοιχτά. Αυτή η υπηρεσία θα είχε περιορισμένες εξουσίες – όχι όπλα ή χημικά, αλλά εργαλεία όπως γερανούς για να απομακρύνουν οχήματα και φράγματα, και νομική εντολή να επεμβαίνει άμεσα. Φανταστείτε το 2023, μετά τα Τέμπη: μια τέτοια ομάδα θα μπορούσε να ανοίξει την οδό Κύπρου στη Λάρισα, απομακρύνοντας τρακτέρ και μπάρες, χωρίς να χρειάζεται η βαριά παρουσία ΜΑΤ που τρομάζει την κοινή γνώμη. Θα ήταν πιο ουδέτερη εικόνα και πιο αποδεκτή από τους πολίτες. - Πολιτική πίεση και δημόσια κατακραυγή:
Οι πολίτες που θέλουν ελεύθερους δρόμους και δουλειά έχουν δύναμη αν οργανωθούν. Αν χιλιάδες εργαζόμενοι, μαγαζάτορες και γονείς πιέσουν την κυβέρνηση – με επιστολές, διαδηλώσεις υπέρ της κυκλοφορίας, ή ακόμα και αγωγές για απώλεια εισοδήματος – η αστυνομία θα αναγκαστεί να δράσει. Το 2011, στο Σύνταγμα, η ανοχή στα μπλοκαρίσματα κράτησε εβδομάδες γιατί δεν υπήρξε αντίρροπη πίεση από την κοινωνία. Αν οι πολίτες φώναζαν «ανοίξτε τους δρόμους» αντί να μένουν σιωπηλοί, η κυβέρνηση ίσως έδινε πιο σκληρές εντολές. Αυτή η λύση βασίζεται στη θέληση των ίδιων των πολιτών, όχι σε κρατικούς μηχανισμούς. - Συνεργασία με τοπική αυτοδιοίκηση:
Οι δήμοι θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο, με δημοτική αστυνομία ή συνεργασία με την ΕΛ.ΑΣ. για να κρατούν δρόμους ανοιχτούς. Στην Πάτρα, το 2020, η δημοτική αστυνομία θα μπορούσε να είχε απομακρύνει φράγματα από την οδό Μαιζώνος, αντί να αφήσει την ΕΛ.ΑΣ. να περιμένει. Στη Θεσσαλονίκη, ο δήμος θα μπορούσε να βάλει γερανούς για να σηκώσει αυτοκίνητα που μπλοκάρουν την Εγνατία. Οι δήμαρχοι, που είναι κοντά στους πολίτες, έχουν κίνητρο να κρατήσουν τις πόλεις λειτουργικές – αν τους δοθεί εξουσία και χρήματα, θα μπορούσαν να συμπληρώσουν τα κενά της αστυνομίας. - Ο στρατός ως λύση;:
Η ιδέα να μπει ο στρατός στο παιχνίδι δεν είναι εντελώς τρελή, αλλά είναι ακραία και γεμάτη προβλήματα. Ο στρατός έχει τη δύναμη και την οργάνωση να ανοίγει δρόμους και να σπάει καταλήψεις. Φανταστείτε το 2011: μια μονάδα του στρατού με φορτηγά και μηχανήματα θα μπορούσε να καθαρίσει το Σύνταγμα σε ώρες, απομακρύνοντας σκηνές και ανοίγοντας τη Σταδίου. Ή το 2006-2007: στρατιώτες θα μπορούσαν να μπουν στα πανεπιστήμια και να απελευθερώσουν την Στουρνάρη χωρίς να περιμένουν την αστυνομία. Σε χώρες όπως η Τουρκία ή η Αίγυπτος, ο στρατός έχει χρησιμοποιηθεί για τέτοιους σκοπούς, και οι δρόμοι ανοίγουν γρήγορα. Στην Ελλάδα, ο στρατός έχει εμπλακεί σε κρίσεις, π.χ. στη χούντα ή σε φυσικές καταστροφές, δείχνοντας ότι μπορεί να δράσει αποφασιστικά.Όμως, υπάρχουν τεράστιοι κίνδυνοι. Ο στρατός δεν είναι εκπαιδευμένος για διαχείριση πλήθους – η δράση του είναι στρατιωτική, όχι αστυνομική. Αν έμπαινε στο Σύνταγμα το 2011 με όπλα και τανκς, η εικόνα θα θύμιζε χούντα, πυροδοτώντας οργή και ίσως βία. Το 1973, η είσοδος του στρατού στο Πολυτεχνείο κατέληξε σε αιματοχυσία, και η μνήμη αυτή είναι ακόμα ζωντανή. Οι πολίτες θα το έβλεπαν σαν επίθεση στη δημοκρατία, όχι σαν προστασία της κυκλοφορίας. Επιπλέον, η νομοθεσία απαγορεύει τη χρήση του στρατού σε εσωτερικά ζητήματα, εκτός από κατάσταση έκτακτης ανάγκης (π.χ. στάση), και το κλείσιμο δρόμων δεν θεωρείται τέτοια. Ο στρατός, λοιπόν, θα ήταν λύση μόνο αν η κατάσταση ξέφευγε εντελώς – π.χ. αν οι διαδηλώσεις γίνονταν ένοπλες – αλλά για καθημερινά μπλοκαρίσματα, είναι υπερβολικός και επικίνδυνος.
Τι θα λειτουργούσε καλύτερα
Η καλύτερη λύση δεν είναι ο στρατός, αλλά μια ενισχυμένη αστυνομία με στήριξη από την τοπική αυτοδιοίκηση. Αν η ΕΛ.ΑΣ. είχε 1.000 επιπλέον άντρες, 50 κλούβες, και ξεκάθαρη εντολή να ανοίγει δρόμους σε 2 ώρες, η Πανεπιστημίου δε θα έμενε κλειστή για μέρες το 2023. Αν οι δήμοι είχαν 20 γερανούς και 50 δημοτικούς αστυνομικούς ανά πόλη, η Μαιζώνος στην Πάτρα ή η Εγνατία στη Θεσσαλονίκη θα καθάριζαν γρήγορα. Η πολιτική πίεση από τους πολίτες – π.χ. 10.000 υπογραφές για «ελεύθερους δρόμους» – θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να δράσει. Αυτά είναι ρεαλιστικά, δεν θυμίζουν χούντα, και σέβονται τη δημοκρατία, ενώ δίνουν προτεραιότητα στην κυκλοφορία και τη δουλειά.
Ο στρατός θα ήταν λύση απελπισίας, με περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη. Η ελευθερία κίνησης των πολιτών χρειάζεται πρακτικές απαντήσεις – χρήματα στην αστυνομία, νόμους με δόντια, και δήμους που να νοιάζονται για τους κατοίκους τους. Αλλιώς, το μποτιλιάρισμα και οι κλειστές δουλειές θα μείνουν καθημερινότητα, και οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας.