Δρόμοι στον Γράμμο
Το Έργο του Στρατού και οι Αντιδράσεις
Ρεπορτάζ: X και WordPress
Τον Νοέμβριο του 2025, οι εργασίες του Ελληνικού Στρατού για την αναβάθμιση και διάνοιξη δασικών δρόμων στην περιοχή του Γράμμου συνεχίζονται με σταθερό ρυθμό. Το έργο, που ξεκίνησε στα μέσα του έτους, αφορά κυρίως την βελτίωση υπαρχόντων μονοπατιών και την δημιουργία νέων αξόνων περιορισμένης κλίμακας σε μια ζώνη που εκτείνεται από την Αετομηλίτσα μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα και βόρεια προς την περιοχή της Κοτύλης.Σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις του ΓΕΣ, οι παρεμβάσεις έχουν τριπλό σκοπό:
- Ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των μονάδων που φυλάσσουν την ακριτική γραμμή.
- Ταχύτερη πρόσβαση πυροσβεστικών δυνάμεων σε περίπτωση δασικών πυρκαγιών – ιδιαίτερα κρίσιμο μετά τις καταστροφικές φωτιές των τελευταίων ετών.
- Βελτίωση της προσβασιμότητας για τις τοπικές κοινότητες, που σήμερα εξαρτώνται από δύσβατα μονοπάτια για μεταφορά ασθενών, προμηθειών ή μαθητών.
Οι ντόπιοι κάτοικοι των χωριών Αετομηλίτσα, Πληκάτι και Γράμος Μοναστηρίου παρακολουθούν τις εργασίες με μικτή διάθεση. «Χρειάζεται δρόμος για να μην είμαστε αποκλεισμένοι τον χειμώνα», λέει κτηνοτρόφος από το Πληκάτι, «αλλά να γίνει σωστά, χωρίς να καταστραφεί το βουνό που μας θρέφει». Παρόμοιες απόψεις εκφράζονται και σε πρόσφατες συνελεύσεις των δημοτικών κοινοτήτων.Την ίδια ώρα, τοπικοί φιλοζωικοί σύλλογοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις (μεταξύ αυτών η «Αρκούδα» και η «Καλλιστώ») έχουν εκφράσει επιφυλάξεις. Επικεντρώνονται κυρίως σε τρία σημεία:
- Την πιθανή διαταραχή των βιότοπων της καφέ αρκούδας και του λύκου, ειδικά σε ζώνες που η περιοχή ανήκει στο δίκτυο Natura 2000.
- Την απουσία, μέχρι στιγμής, δημοσίευσης πλήρους Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων με ανεξάρτητη επιστημονική τεκμηρίωση.
- Τον κίνδυνο τα νέα τμήματα δρόμων να χρησιμοποιηθούν μελλοντικά για άλλους σκοπούς (υλοτομία, τουριστική εκμετάλλευση, λαθραία διέλευση).
Παρόμοια έργα σε άλλες προστατευόμενες περιοχές της Ευρώπης έχουν δώσει αφορμή για ανάλογες συζητήσεις:
- Στο Εθνικό Πάρκο Białowieża (Πολωνία-Λευκορωσία, 2016-2018) η επίκληση «ασφαλείας συνόρων» οδήγησε σε εκτεταμένη υλοτομία και πρόστιμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
- Στο Εθνικό Πάρκο Sutjeska (Βοσνία, 2019-2024) στρατιωτικοί δρόμοι κατέληξαν να εξυπηρετούν μικρά υδροηλεκτρικά έργα.
- Στις Πρέσπες (Ελλάδα, 2018-σήμερα) ένας δασικός δρόμος πυροπροστασίας συνδέθηκε αργότερα με περιστατικά λαθραίας υλοτομίας.
Μέχρι στιγμής, το Υπουργείο Άμυνας έχει δηλώσει ότι τηρούνται όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες και ότι οι εργασίες διακόπτονται σε περιόδους υψηλής ευαισθησίας για την άγρια πανίδα. Παράλληλα, έχουν τοποθετηθεί κάμερες παρακολούθησης και έχουν χαραχθεί εναλλακτικοί διάδρομοι διέλευσης ζώων σε συνεργασία με ειδικούς.
Η τοπική αντίδραση στο έργο, καθώς και οι αντιφάσεις που δημιουργούνται, εγείρουν ερωτήματα για την ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και προστασίας. Οι δηλώσεις των κατοίκων και των περιβαλλοντικών οργανώσεων δείχνουν την ανάγκη για διάλογο και συνεργασία μεταξύ όλων των φορέων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το έργο θα ωφελήσει τις τοπικές κοινότητες χωρίς να υπονομεύσει την οικολογική ισορροπία της περιοχής.
Η υπόθεση του Γράμμου δεν είναι μοναδική· αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη συζήτηση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή σε πολλές ακριτικές και προστατευόμενες περιοχές της Ελλάδας και της Ευρώπης: πώς συνδυάζεται η εθνική ασφάλεια, η καθημερινότητα των κατοίκων και η διατήρηση των οικοσυστημάτων σε μια εποχή που οι κλιματικές και γεωπολιτικές πιέσεις αυξάνονται.
Οι εργασίες συνεχίζονται. Οι ερωτήσεις παραμένουν ανοιχτές.
Στην πολιτική σφαίρα, τα κόμματα και οι τοπικοί άρχοντες έχουν αρχίσει να τοποθετούνται δημοσίως για το ζήτημα. Κάποιοι υποστηρίζουν την ανάγκη της αναβάθμισης των υποδομών ως ύψιστης σημασίας για την εθνική ασφάλεια, ενώ άλλοι διαμαρτύρονται για την ανευθυνότητα στην προστασία του περιβάλλοντος. Οι συγκρούσεις αυτές επηρεάζουν και τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων και της κεντρικής κυβέρνησης, ενισχύοντας την ανάγκη για πιο διαφανείς διαδικασίες.
Συμπερασματικά, οι δρόμοι στον Γράμμο δεν είναι απλώς μια κατασκευή υποδομής. Είναι έμβλημα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι κοινότητες της ακριτικής ζώνης στην Ελλάδα και της ανάγκης για έναν ισχυρό και διαρκή διάλογο μεταξύ ανάπτυξης και περιβάλλοντος.