
Το 2025, οι παραδοσιακοί εκδότες και τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα έχουν αποφασίσει να υιοθετήσουν μια επιθετική στάση απέναντι στην τεχνολογία της AI, προβάλλοντας την ως την κύρια απειλή για τη δημοσιογραφία και την κοινωνία. Αυτή η στρατηγική δεν αποκαλύπτει μόνο την αδυναμία τους να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογίες, αλλά και την απελπισία τους να διατηρήσουν την επιρροή τους σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Περιοδικά όπως το “Θέμα” και εφημερίδες όπως η “Καθημερινή” έχουν δημοσιεύσει άρθρα που αναφέρονται στην AI ως “καταστροφή της εγκυρότητας της πληροφορίας”, προκαλώντας φόβους για πιθανούς κινδύνους που ενέχει αυτή η τεχνολογία. Σε τηλεοπτικές εκπομπές, όπως η “Καλοκαίρι Μαζί” στον ΑΝΤ1, οι παρουσιαστές εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με τον αντίκτυπο της AI στην αγορά εργασίας, προβάλλοντας την τεχνολογία ως πιθανή αιτία απολύσεων και κοινωνικών αναταραχών. Ραδιοφωνικοί σταθμοί όπως ο ΣΚΑΪ διοργανώνουν συζητήσεις υψηλού προφίλ, όπου ειδικοί αναλύουν τους κινδύνους της AI, υπονοώντας ότι η τεχνολογία αυτή θα μπορούσε να υπονομεύσει την ηθική της δημοσιογραφίας.
Οργανωμένος πανικός για την AI. Τα ΜΜΕ καλιεργούν κλίμα κινδύνου για την τεχνητή νοημοσύνη που χρησιμοποιεί ο απλός κόσμος. Πιέζουν για εξαίρεση από νομοθεσίες υπέρ AI και βλέπουν διαφυγόντα κέρδη εις βάρος τους. Οι παλιοί εκδότες, πρώτοι στο χορό!
Αυτές οι επιθέσεις από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δεν είναι τυχαίες, καθώς κάποιες πολιτικές φωνές στην Ελλάδα, είτε ρητά είτε υπαινικτικά, εμπλέκουν την AI στις συζητήσεις τους για την τεχνολογία και την κοινωνία. Για παράδειγμα, βουλευτές έχουν εκφράσει την “ανησυχία” τους για τις επιπτώσεις της AI στην ιδιωτικότητα, χωρίς να αναγνωρίζουν τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία στον τομέα της ενημέρωσης και της διαφάνειας.
Ο συνδυασμός αυτής της δημόσιας αναταραχής με τις προνομιακές θέσεις των παλαιών εκδοτών οδηγεί σε μια παραπλανητική αφήγηση που ωθεί το κοινό να δει την AI ως απειλή. Παράλληλα, η αξία της καθιερωμένης δημοσιογραφίας στην Ελλάδα εκτιμάται περίπου στα 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ, περιλαμβάνοντας τηλεοπτικούς, ραδιοφωνικούς και διαδικτυακούς φορείς. Αυτή η χρηματοοικονομική βάση δείχνει ότι η παραδοσιακή δημοσιογραφία παραμένει ισχυρή, ωστόσο η αδυναμία της να υιοθετήσει νέες τεχνολογίες και να προσαρμόσει την προσέγγισή της μπορεί να την οδηγήσει σε περαιτέρω πτώση.
Στον πυρήνα αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται η ανάγκη για τον εκσυγχρονισμό της ενημέρωσης και την αποδοχή της AI ως εργαλείου που μπορεί να ενισχύσει την ποιότητα της πληροφορίας, αντί να την υπονομεύσει. Οι παλαιές δημοσιογραφικές πρακτικές και οι πολιτικές επιθέσεις κατά της AI δεν είναι παρά μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η σφαίρα επιρροής τους σε έναν κόσμο που απαιτεί καινοτομία και εξέλιξη. Η αντίσταση στις νέες τεχνολογίες θα μπορούσε τελικά να φέρει την παρακμή στους παραδοσιακούς εκδότες, καθώς το κοινό αναζητά όλο και περισσότερο διαφάνεια και αξιοπιστία.