Διαβάζω σήμερα μια νεα εφημερίδα τυπωμένη σε χαρτί. Εκεί μέσα, ένας ανώνυμος, επιχειρεί να γνωρίσει στους αναγνώστες την ηδονή μέσω της στέρησης.
Για να το κάνει αυτό λοιπόν, ανοίγει πρώτα τα πανιά του, εκεί, στις λαοσέβαστες θρησκευτικές γιορτές των Αγίων μας. Αφού παίρνει καλή φόρα απο ΄κει, σαλπάρει στρίβοντας τη καρίνα του μέσα στο θολό παρελθόν των δεκαετιών που, ίσως, ο ανώνυμος αυτός να άκμασε στα ανδρικά μέτρα και τα παραγωγικά σταθμά. Απο ‘κει, γράφει πολλά λυπηρά για την οικονομική, επιχειρηματική ζωή, και σκιαγραφεί τον τρόπο που κατ’ αυτόν, αυτή σφάχτηκε απο τους κακούς βιομήχανους της εποχής. Ρίχνει μερικές συγγραφικές γροθιές στο σύγχρονο εμπόριο, και τελικά, κλείνει την εισαγωγή του εις την αίρεση της στερητικής ηδονής, οπου επιχειρεί να μας διαφωτίσει, με ενα κατάλογο παλαιών προϊόντων, (τα οποία σήμερα θα θεωρούνταν ακατάλληλα ή ελειπέστατα για την διατροφή μας) ως αιτία της καλοπέρασης και ευδαιμονίας εκείνης της εποχής, που ανακαλεί στη δική του μνήμη.
Αυτά τα λένε πολλοί και πολύ κοντά μας. Ίσως και άνθρωποι του στενού περιβάλλοντός μας. Αυτού του είδους τα χρονογραφήματα, ευτυχώς, δεν ταράσουν τα σώας φρένας πολύ, γιατί η σταθερότερη αντίδραση που προκαλούν είναι ενα μειδίαμα λίγων λεπτών ίσως. Γιατί όμως αυτή η επιμονή στην ανάπτυξη του «παλιού καλού καιρού»; Αφού ήταν αποδεδειγμένα απάνθρωπος και μη προοδευτικός ο «παλιός καιρός», πώς χρησιμοποιείται τόσο συχνά απο αυτούς που τον ‘ζησαν σα παράδειγμα που αντιπαρατίθεται νικηφόρα με το δικό μας σήμερα; Προσπαθώ να του ‘βρω μιαν άκρη κι εγω του παλιόκαιρου, αλλά το χάσμα του παρελθόντος είναι περίπου πλην πενήντα χρόνια. Δηλαδή, για όλους τους νέους, που μετράν λίγες μόνον δεκαετίες ζωής είναι terra incognitus. Τα αρχεία της εποχής σπάνια, για συναισθηματικά συμπεράσματα, και η προφορική ιστόριση κυριαρχεί και καθορίζει. Έτσι, αυτοι που ‘ζήσαν τότε, γίνονται οι Όμηροι της μικρής αυτής ελληνικής περιόδου. Ζήτω η προφορική παράδοση!
Ζητώντας, όμως, την σκυτάλη που μας τεντώνουν να γραπώσουμε, αυτή φαίνεται πιο πολύ με δυναμίτιδα παρά με ελαφρύ μέταλλο. Ευχαριστώ πολύ! Αν θα ‘θελα να μου σκάσουν οι γιορτές των Αγίων σε φόντο στέρησης και συλλογικής μαγκιάς, τότε θα κρατούσα και το συναξάρι τους μαζί που ‘χει μαγκιάς περίσευμα και στέρησης άβυσσο. Αν θά ‘θελα, πάλι, στοές και αχανές λαϊκές, αντί για malls και αλυσίδες, θα ρωτούσα πολλούς φίλους και σοφούς προτού μεταναστεύσω στις αγριάς τα ‘μέρη. Μα, η δικιά μας Ελλάδα δεν είναι στερητική, ούτε παρα ‘μερα μπαγιάτικη.
Έχει Μερέντα και Red Bull, και Μύθο αν όχι τον Espresso. Το τραπέζι, δε το θωρούμε στου πάγκου τη στρωσιά, μα στης καρδιάς τα μέρη. Κι ο ξένος μόνιμος καλός μα το περίσσο κλέφτης. Γι’ αυτό και φυλαγόμαστε, η σπίθα να μη λέιψει. Φαντάροι κάναμε πολλοί, μα τον νιο δε το ‘φθονήσαμε. Πρωθυπουργοί και πρόεδροι είναι τα μέλλοντά μας. Τη μούτζα ‘μεις δε ρίξαμε στου ήλιου τα παλάτια.
Δεν είναι πάντως πολύτιμη ικανότητα το να αδιαφορείς στα «λόγια του αέρα». Ίσως να ιχνογραφήσει κανείς μπορεί μ’ αυτές τις ιστορίσεις. Το δικό μου μπλόκ ινχογραφίας θα ‘περηφανευόταν για πολλές λεπτογραμμένες φοβισμένες φιγούρες. Απ’ αυτές θα έκαναν εντύπωση στο φυλλομετρητή του, οι ιχνογραφίες που δε θέλησαν να φτιάξουν αλλά και χαλάσαν. Τα τελευταία φύλλα του όμως θα είχαν τις φιγούρες που ‘φθόνησαν τις επόμενες που ‘θελαν να ζήσουν!
Ο κόσμος δεν πιστεύει όλα όσα διαβάζει στις εφημερίδες
πολύ σωστά